Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2007,10:57 μ.μ.
Βαλκανολογίες: Στο δρόμο προς το Βελιγράδι #2
Δεν πήγαμε όμως και πολύ μακριά. Μετά από κάνα 10λεπτο και έχοντας περάσει τα σύνορα σταματήσαμε στο σταθμό της Γευγελής (Gevgelija) για έλεγχο διαβατηρίων, πάλι. Αυτή τη φορά όμως μας μοίρασαν πρώτα ένα διπλό καρτελάκι για να συμπληρώσουμε τα στοιχεία μας (ονοματεπώνυμο, εθνικότητα, ημ. γέννησης, χώρα γέννησης, διεύθυνση κατοικίας και αριθμό αυτοκινήτου για όσους έχουν και το τουτού τους μαζί). Στον έλεγχο, στο δικό μου διαβατήριο δεν έβαλαν σφραγίδα εισόδου στη χώρα. Την έβαλαν στο ένα από τα δύο καρτελάκια. Το ελληνικό διαβατήριο περνάει έτσι. Αλλιώς τα περίμενα. Κι εδώ αναμονή. 30 λεπτά. Τώρα βέβαια το ρολόι έχει πάει μία ώρα πίσω. Το τρένο ξεκινά νωχελικά. Από δω και στο εξής οι στάσεις είναι συχνές. Σε κάθε σταθμό, ακόμα και στη μέση του πουθενά. Οι σταθμοί δείχνουν να έχουν κολλήσει στο χρόνο (όπως και οι ελληνικοί) και να επικρατεί μια κατάσταση όπως στο αποστακτήριο του Jack Daniels στο Tennessee. Η θερινή ραστώνη σε όλο της το μεγαλείο. Έχουν αρχίσει να επιβιβάζονται και οι πρώτοι σκοπιανοί ταξιδιώτες. Το τρένο σιγά σιγά γεμίζει. Σε κάποιο σταθμό ανεβαίνει και μια μαυροφορούσα γιαγιά με κάτασπρα μαλλιά. Δείχνει ταλαιπωρημένη. Μπαίνει και κάθεται στη δική μας καμπίνα. Είναι η κυρία Jelena. Η χαρακτηριστική της φυσιογνωμία θα μας κρατήσει παρέα για αρκετές ώρες στο ατελείωτο αυτό ταξίδι. Η συνεννόηση μαζί της γίνεται με χειρονομίες. Παρόλο που βλέπει ότι είμαστε ξένοι και δεν καταλαβαίνουμε, συνεχίζει να λέει τα δικά της στα σέρβικα. Αφού έχει βολέψει τα πράγματά της, ξαφνικά βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα και ανάβει ένα! Στο διάδρομο κάπνιζαν διάφοροι, πράγμα που μου θύμισε την αντίστοιχη χαλαρότητα που έχουμε εμείς στο συγκεκριμένο θέμα. Μέσα όμως στην καμπίνα ήταν πρωτόγνωρο. Η γιαγιά έδειχνε να είναι σε μια δική της πραγματικότητα, οπότε κανείς μας δεν της είπε τίποτα. Ευτυχώς, είχαμε διάπλατα ανοιχτό το παράθυρο. Το ίδιο σκηνικό συνεχιζόταν συχνά πυκνά. Η κυρία Jelena κάπνιζε σαν τσιμινιέρα τα σέρβικα τσιγάρα της, που μύριζαν κάκιστα. Η πραότητά της και το καθηλωτικό της βλέμμα όμως δεν σου αφήνουν περιθώριο για παρατηρήσεις. Το τοπίο στη διαδρομή μέχρι στιγμής δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο και φάνταζε σαν μια φυσική συνέχεια του ελληνικού. Το μόνο παράξενο ήταν τα σπίτια. Αν και στο κλασικό σχήμα κουτί με σκεπή, τα περισσότερα έδειχναν μισοτελειωμένα αφού ήταν με τα (τετράγωνα) τούβλα μόνο, χωρίς σοβάτισμα και με αλουμινένια παράθυρα.

Είχε μεσημεριάσει όταν το τρένο έφτασε επιτέλους στα
Σκόπια. Στη πόλη ξεχωρίζουν τα τεράστια τσιμεντένια κτήρια «κομμουνιστικού» ρυθμού και ο ποταμός Βαρδάρης που τη διασχίζει. Στο κινητό το δίκτυο έχει γίνει Cosmofon και με μήνυμα μας καλωσορίζει. Ναι, πρόκειται για θυγατρική της Cosmote. Ανεβαίνει αρκετός κόσμος. Τα δύο τελευταία καθίσματα τα καταλαμβάνουν δύο κυρίες. Η μία είναι με τον άντρα της, που όμως δεν βρίσκει θέση και μένει στο διάδρομο με τα πράγματα. Η άλλη στριμώχνεται μαζί με τη βαλίτσα της. Μιλά αγγλικά, καθώς ζει στην Αμερική. Μετά από κάνα τέταρτο το τρένο ξεκινά για να σταματήσει και πάλι λίγο αργότερα στο σταθμό του Tabanovci στα σύνορα, για έλεγχο διαβατηρίων και σφραγίδα εξόδου πριν την είσοδο της αμαξοστοιχίας στη Σερβία. Συμπλήρωμα στοιχείων ακόμη μία φορά στα καρτελάκια. Η σκοπιανό-αμερικανίδα μου δείχνει στο διαβατήριό της ότι έχει γεννηθεί στην Ελλάδα, αλλά από ελληνικά γνωρίζει ελάχιστα, διότι έφυγε μικρή από εκεί. Τι άλλο θα δούμε, σκέφτομαι. Το έργο με τον έλεγχο διαβατηρίων συνεχίζεται αμέσως μετά. Συνηθισμένο πια το βουνό από τα χιόνια. Το τρένο μετά από μερικά λεπτά διασχίζει τα σύνορα και σταματά στο σταθμό της πόλης Preševo. Η διαφορετική στολή των αστυνομικών και μια σερβική σημαία μαρτυρούν την είσοδό μας στη Σερβία. Εδώ παίρνω και τη πρώτη σφραγίδα στο διαβατήριό μου. Εν τω μεταξύ, η συμπαθέστατη γριούλα έχει βγάλει, από την απύθμενη τσάντα της, κάτι περίεργα σύκα και μας κερνά όλους. Οι Δανοί τα βλέπουν πρώτη φορά και με ρωτούν περί τίνος πρόκειται. Μιας και δεν μου ερχόταν η αγγλική λέξη τους εξηγώ ότι είναι ένα γλυκό φρούτο. Οι κυρίες τα έτρωγαν με τη φλούδα! Ενώ ήμουν αρχικά αρνητικός, οι Δανοί δέχτηκαν να δοκιμάσουν. Τους είπα απλά να φάνε το εσωτερικό και όχι τη φλούδα. Τελικά, υπέκυψα κι εγώ στις πιέσεις της γιαγιάς, αλλά καμία ιδιαίτερη γεύση. Την κέρασα κι εγώ στη συνέχεια από τα ταπεινά μου κράκερς.

Ετικέτες

 
posted by Iridium
Permalink ¤


0 Comments: